mejor
Pronunciation
/mexˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "mejor"στα ισπανικά

01

καλύτερος

que tiene mayor calidad o ventaja en comparación con otra cosa
mejor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mejor
αρσενικό πληθυντικό
mejores
θηλυκό ενικό
mejor
θηλυκό πληθυντικό
mejores
Παραδείγματα
Es mejor tomar un descanso ahora.
Είναι καλύτερο να κάνεις ένα διάλειμμα τώρα.
02

καλύτερος

que ha mejorado en salud, estado o situación
mejor definition and meaning
Παραδείγματα
Espero que estés mejor mañana.
Ελπίζω να είσαι καλύτερα αύριο.
01

de manera más favorable, adecuada o eficiente

γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Él trabaja mejor bajo presión.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store