Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mejor
01
καλύτερος
que tiene mayor calidad o ventaja en comparación con otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mejor
αρσενικό πληθυντικό
mejores
θηλυκό ενικό
mejor
θηλυκό πληθυντικό
mejores
Παραδείγματα
Es mejor tomar un descanso ahora.
Είναι καλύτερο να κάνεις ένα διάλειμμα τώρα.
02
καλύτερος
que ha mejorado en salud, estado o situación
Παραδείγματα
Espero que estés mejor mañana.
Ελπίζω να είσαι καλύτερα αύριο.
mejor
01
de manera más favorable, adecuada o eficiente
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Él trabaja mejor bajo presión.



























