Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mejor
01
καλύτερος
que tiene mayor calidad o ventaja en comparación con otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mejor
αρσενικό πληθυντικό
mejores
θηλυκό ενικό
mejor
θηλυκό πληθυντικό
mejores
Παραδείγματα
Este libro es mejor que el anterior.
Αυτό το βιβλίο είναι καλύτερο από το προηγούμενο.
02
καλύτερος
que ha mejorado en salud, estado o situación
Παραδείγματα
Tu amigo está mejor tras la operación.
Ο φίλος σου είναι mejor μετά την εγχείριση.
mejor
01
de manera más favorable, adecuada o eficiente
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Debes estudiar mejor para el examen.



























