mejor
me
me
με
jor
ˈxor
χορ
menor

Ορισμός και σημασία του "mejor"στα ισπανικά

01

καλύτερος

que tiene mayor calidad o ventaja en comparación con otra cosa 
mejor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mejor
αρσενικό πληθυντικό
mejores
θηλυκό ενικό
mejor
θηλυκό πληθυντικό
mejores
θεματικό πεδίο
calidad, evaluación, comparación
Παραδείγματα
Este libro es mejor que el anterior. 

Αυτό το βιβλίο είναι καλύτερο από το προηγούμενο.

02

καλύτερος

que ha mejorado en salud, estado o situación 
mejor definition and meaning
Παραδείγματα
Tu amigo está mejor tras la operación. 

Ο φίλος σου είναι mejor μετά την εγχείριση.

01

de manera más favorable, adecuada o eficiente 

γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Debes estudiar mejor para el examen. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store