Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
priorizar
01
προτεραιοποιώ, δίνω προτεραιότητα
dar mayor importancia o preferencia a algo frente a otras cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
priorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prioriza
ενεστώτα μετοχή
priorizando
απλός αόριστος
priorizó
παθητική μετοχή
priorizado
Παραδείγματα
Es aconsejable priorizar las necesidades básicas antes de lujos.
Συνιστάται να προτεραιοποιήσετε τις βασικές ανάγκες πριν από τις πολυτέλειες.



























