Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
priorizar
01
προτεραιοποιώ, δίνω προτεραιότητα
dar mayor importancia o preferencia a algo frente a otras cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
priorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prioriza
ενεστώτα μετοχή
priorizando
απλός αόριστος
priorizó
παθητική μετοχή
priorizado
Παραδείγματα
Es importante priorizar las tareas más urgentes.
Είναι σημαντικό να προτεραιοποιείτε τις πιο επείγουσες εργασίες.



























