la prioridad
prio
pɾjo
pryo
ri
ɾi
ri
dad
ˈðað
dhadh
localidadsalinidadcapacidadtemeridad

Ορισμός και σημασία του "prioridad"στα ισπανικά

01

προτεραιότητα

cualidad de ser considerado más importante o urgente que otras cosas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La seguridad de los trabajadores es nuestra máxima prioridad. 

Η ασφάλεια των εργαζομένων είναι η υψηλότερη προτεραιότητα μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store