Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prioridad
01
προτεραιότητα
cualidad de ser considerado más importante o urgente que otras cosas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La seguridad de los trabajadores es nuestra máxima prioridad.
Η ασφάλεια των εργαζομένων είναι η υψηλότερη προτεραιότητα μας.
LanGeek



























