Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retumbar
01
βροντώ, αντηχώ
producir un sonido fuerte que se repite o se prolonga con eco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
retumbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
retumba
ενεστώτα μετοχή
retumbando
απλός αόριστος
retumbó
παθητική μετοχή
retumbado
Παραδείγματα
Sus pasos retumbaban en el pasillo vacío.
Τα βήματά του αντηχούσαν στον άδειο διάδρομο.



























