reubicar
reu
reu
reoo
bi
βi
bi
car
ˈkaɾ
kar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "reubicar"στα ισπανικά

reubicar
01

επανεγκαθιστώ, μετακινώ

mover o trasladar personas, oficinas u objetos a un lugar diferente 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reubico
γ΄ ενικό πρόσωπο
reubica
ενεστώτα μετοχή
reubicando
απλός αόριστος
reubicó
παθητική μετοχή
reubicado
Παραδείγματα
El gobierno reubicó a las familias afectadas por la inundación. 

Η κυβέρνηση μετεγκατέστησε τις οικογένειες που επηρεάστηκαν από την πλημμύρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store