Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retributivo
01
τιμωρητικός, ανταποδοτικός
relacionado con un castigo impuesto como pago o compensación por un delito cometido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
retributivo
αρσενικό πληθυντικό
retributivos
θηλυκό ενικό
retributiva
θηλυκό πληθυντικό
retributivas
Παραδείγματα
El castigo retributivo se basa en la idea de merecimiento.
Η ανταποδοτική τιμωρία βασίζεται στην ιδέα της αξίας.



























