retributivo
Pronunciation
/rˌetɾiβutˈiβo/

Ορισμός και σημασία του "retributivo"στα ισπανικά

retributivo
01

τιμωρητικός, ανταποδοτικός

relacionado con un castigo impuesto como pago o compensación por un delito cometido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
retributivo
αρσενικό πληθυντικό
retributivos
θηλυκό ενικό
retributiva
θηλυκό πληθυντικό
retributivas
Παραδείγματα
El castigo retributivo se basa en la idea de merecimiento.
Η ανταποδοτική τιμωρία βασίζεται στην ιδέα της αξίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store