Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La albañilería
01
κτιστική, οικοδομική
arte y oficio de construir y reparar paredes, edificios y estructuras con ladrillos, cemento y otros materiales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La albañilería moderna utiliza materiales más resistentes.
Η σύγχρονη κτιριοδομία χρησιμοποιεί πιο ανθεκτικά υλικά.



























