Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ámbar
01
κουκουναριά, κίτρινο κουκουναριά
resina fósil de color amarillo o naranja usada en joyería y decoración
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El collar está hecho de ámbar auténtico.
Το κολιέ είναι φτιαγμένο από αυθεντικό κουμί.
LanGeek



























