Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ángulo
[gender: masculine]
01
γωνία
espacio entre dos líneas que se encuentran en un punto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ángulos
Παραδείγματα
El ángulo formado por las manecillas del reloj es pequeño.
Η γωνία που σχηματίζεται από τα δείκτες του ρολογιού είναι μικρή.



























