Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El árbitro
01
διαιτητής
persona que hace cumplir las reglas en una competencia deportiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
árbitros
αρσενικό ενικό
árbitro
θηλυκό ενικό
árbitra
neutral form
juez
Παραδείγματα
El árbitro señaló una falta en el primer minuto.
Ο διαιτητής σήμανε ένα φάουλ στο πρώτο λεπτό.
LanGeek



























