Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El árbitro
01
διαιτητής
persona que hace cumplir las reglas en una competencia deportiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
árbitros
Παραδείγματα
El árbitro llevaba uniforme negro.
Ο διαιτητής φορούσε μαύρη στολή.



























