Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ébano
01
έβενος, ξύλο εβένου
madera muy dura, de color negro intenso, usada en muebles y objetos de lujo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ébanos
Παραδείγματα
La estatua pequeña está tallada en ébano.
Το μικρό άγαλμα είναι σκαλισμένο από έβενο.



























