Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El énfasis
01
έμφαση, επίταση
el principio del arte que se usa para resaltar un elemento y atraer la atención del espectador
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El énfasis de la escultura recae en las manos largas y expresivas de la figura.
Η έμφαση του γλυπτού πέφτει στα μακριά και εκφραστικά χέρια της φιγούρας.



























