la época
é
ˈe
ε
po
po
πο
ca
ka
κα

Ορισμός και σημασία του "época"στα ισπανικά

01

εποχή, περίοδος

periodo de tiempo que tiene características especiales 
la época definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
épocas
Παραδείγματα
La época medieval fue muy importante en la historia. 

Η εποχή του Μεσαίωνα ήταν πολύ σημαντική στην ιστορία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store