Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La época
[gender: feminine]
01
εποχή, περίοδος
periodo de tiempo que tiene características especiales
Παραδείγματα
Las costumbres cambian con cada época.
Τα έθιμα αλλάζουν με κάθε εποχή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εποχή, περίοδος