pulir
pu
pu
poo
lir
ˈliɾ
lir
morirvenirfreírrugir

Ορισμός και σημασία του "pulir"στα ισπανικά

01

γυαλίζω, τρίβω

dar forma o suavidad a una superficie frotándola 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pulí
γ΄ ενικό πρόσωπο
pule
ενεστώτα μετοχή
puliendo
απλός αόριστος
pulió
παθητική μετοχή
pulido
Παραδείγματα
El joyero pulió el anillo de oro. 

Ο κοσμηματοπώλης γυάλισε το χρυσό δαχτυλίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store