pulir
Pronunciation
/pulˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "pulir"στα ισπανικά

01

γυαλίζω, τρίβω

dar forma o suavidad a una superficie frotándola
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pulí
γ΄ ενικό πρόσωπο
pule
ενεστώτα μετοχή
puliendo
απλός αόριστος
pulió
παθητική μετοχή
pulido
Παραδείγματα
Este producto sirve para pulir superficies de vidrio.
Αυτό το προϊόν χρησιμεύει για γυάλισμα επιφανειών γυαλιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store