Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pulir
01
γυαλίζω, τρίβω
dar forma o suavidad a una superficie frotándola
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pulí
γ΄ ενικό πρόσωπο
pule
ενεστώτα μετοχή
puliendo
απλός αόριστος
pulió
παθητική μετοχή
pulido
Παραδείγματα
Este producto sirve para pulir superficies de vidrio.
Αυτό το προϊόν χρησιμεύει για γυάλισμα επιφανειών γυαλιού.



























