Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
violar
01
παραβιάζω, παραβαίνω
quebrantar o no cumplir una ley, norma, acuerdo o derecho
Παραδείγματα
Violar el toque de queda tiene consecuencias.
Παραβίαση της απαγόρευσης κυκλοφορίας έχει συνέπειες.
02
βιάζω, διαπράττω βιασμό
cometer un acto sexual sin consentimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
violo
γ΄ ενικό πρόσωπο
viola
ενεστώτα μετοχή
violando
απλός αόριστος
violó
παθητική μετοχή
violado
Παραδείγματα
La víctima denunció que fue violada por su conocido.
Το θύμα κατήγγειλε ότι βιάστηκε από γνωστό της.



























