violento
Pronunciation
/bjolˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "violento"στα ισπανικά

01

βίαιος

que implica o es propenso a la fuerza física intensa destinada a dañar
violento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más violento
συγκριτικός βαθμός
más violento
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
violento
αρσενικό πληθυντικό
violentos
θηλυκό ενικό
violenta
θηλυκό πληθυντικό
violentas
Παραδείγματα
El lenguaje violento puede ser el preludio de la agresión física.
Η βίαιη γλώσσα μπορεί να είναι το προοίμιο της σωματικής επιθετικότητας.
02

βίαιος

que muestra agresividad o fuerza excesiva en su comportamiento
violento definition and meaning
Παραδείγματα
Intentó evitar una reacción violenta.
Προσπάθησε να αποφύγει μια βίαιη αντίδραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store