violento
vio
bjo
μπγο
len
ˈlen
λεν
to
to
το
sargentopimientoalimentocimiento

Ορισμός και σημασία του "violento"στα ισπανικά

01

βίαιος

que implica o es propenso a la fuerza física intensa destinada a dañar 
violento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más violento
συγκριτικός βαθμός
más violento
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
violento
αρσενικό πληθυντικό
violentos
θηλυκό ενικό
violenta
θηλυκό πληθυντικό
violentas
θεματικό πεδίο
comportamiento, conflicto, agresión
Παραδείγματα
El sospechoso tiene un historial de comportamiento violento. 

Ο ύποπτος έχει ιστορικό βίαιης συμπεριφοράς.

02

βίαιος

que muestra agresividad o fuerza excesiva en su comportamiento 
violento definition and meaning
Παραδείγματα
El hombre se puso violento en la discusión. 

Ο άντρας έγινε βίαιος κατά τη συζήτηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store