Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
riguroso
01
αυστηρός, ακριβής
que cumple estrictamente reglas, normas o exigencias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más riguroso
συγκριτικός βαθμός
más riguroso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
riguroso
αρσενικό πληθυντικό
rigurosos
θηλυκό ενικό
rigurosa
θηλυκό πληθυντικό
rigurosas
Παραδείγματα
La policía realiza un control riguroso del tráfico.
Η αστυνομία πραγματοποιεί αυστηρό έλεγχο της κυκλοφορίας.



























