Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rimar
[past form: rimé][present form: rimo]
01
ομοιοκαταληκτώ, δημιουργώ ομοιοκαταληξία
terminar con sonidos iguales o similares en poesía o canción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rima
ενεστώτα μετοχή
rimando
απλός αόριστος
rimé
παθητική μετοχή
rimado
Παραδείγματα
El final de este verso debe rimar con el anterior.
Το τέλος αυτού του στίχου πρέπει να ομοιοκαταληκτεί με τον προηγούμενο.



























