el rigor
Pronunciation
/riɣˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "rigor"στα ισπανικά

01

ακρίβεια

precisión y exactitud en el modo de hacer o analizar algo 
el rigor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El estudio se realizó con rigor científico. 

Η μελέτη διεξήχθη με επιστημονική ακρίβεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store