Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rigor
01
ακρίβεια
precisión y exactitud en el modo de hacer o analizar algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El trabajo carece de rigor metodológico.
Η εργασία στερείται μεθοδολογικής αυστηρότητας.



























