Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autodisciplina
01
αυτοπειθαρχία
capacidad de controlarse a sí mismo para cumplir metas o reglas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La autodisciplina es clave para el éxito.
Η αυτοπειθαρχία είναι το κλειδί για την επιτυχία.



























