Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acatar
01
συμμορφώνομαι
obedecer o respetar una ley, norma u orden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acato
γ΄ ενικό πρόσωπο
acata
ενεστώτα μετοχή
acatando
απλός αόριστος
acató
παθητική μετοχή
acatado
Παραδείγματα
El gobierno debe acatar el acuerdo firmado.
Η κυβέρνηση πρέπει να συμμορφώνεται με τη συμφωνία που υπογράφηκε.



























