acatar
a
a
a
ca
ka
ka
tar
ˈtaɾ
tar
acamaracotaracabaravatar

Ορισμός και σημασία του "acatar"στα ισπανικά

acatar
01

συμμορφώνομαι

obedecer o respetar una ley, norma u orden 
acatar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acato
γ΄ ενικό πρόσωπο
acata
ενεστώτα μετοχή
acatando
απλός αόριστος
acató
παθητική μετοχή
acatado
Παραδείγματα
Todos deben acatar la ley. 

Όλοι πρέπει να συμμορφώνονται με τον νόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store