Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acatar
01
συμμορφώνομαι
obedecer o respetar una ley, norma u orden
Παραδείγματα
El gobierno debe acatar el acuerdo firmado.
Η κυβέρνηση πρέπει να συμμορφώνεται με τη συμφωνία που υπογράφηκε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμμορφώνομαι