el pecador
pe
pe
πε
ca
ka
κα
dor
ˈðoɾ
δορ
peladorpescador

Ορισμός και σημασία του "pecador"στα ισπανικά

01

αμαρτωλός

persona que comete pecados según su religión 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pecadores
Παραδείγματα
El pecador pidió perdón. 

Ο αμαρτωλός ζήτησε συγχώρεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store