el peatón
pea
ˈpea
πεα
tón
ton
τον
turrónbastónprotónpulgón

Ορισμός και σημασία του "peatón"στα ισπανικά

01

πεζός, διαβάτης

persona que camina por la calle o cruza la vía sin usar vehículo 
el peatón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
peatones
θηλυκό ενικό
peatona
Παραδείγματα
El peatón cruzó la calle con cuidado. 

Ο πεζός διέσχισε το δρόμο προσεκτικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store