Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pechuga
[gender: feminine]
01
στήθος, στήθος κοτόπουλου
parte delantera del ave, especialmente usada como carne magra
Παραδείγματα
¿ Quieres pechuga o muslo?
Θέλεις pechuga ή μπούτι;
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
στήθος, στήθος κοτόπουλου