la pechuga
pe
pe
pe
chu
ˈʧu
choo
ga
ɣa
gha
lechugatortugabelugaarruga

Ορισμός και σημασία του "pechuga"στα ισπανικά

01

στήθος, στήθος κοτόπουλου

parte delantera del ave, especialmente usada como carne magra 
la pechuga definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pechugas
Παραδείγματα
Compré una pechuga de pollo para la cena. 

Αγόρασα ένα στήθος κοτόπουλου για το δείπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store