Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reanimar
01
αναβιώνω
devolver la vida, la conciencia o la respiración a alguien en peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reanimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reanima
ενεστώτα μετοχή
reanimando
απλός αόριστος
reanimó
παθητική μετοχή
reanimado
Παραδείγματα
Intentaron reanimar al hombre tras inhalar humo.
Προσπάθησαν να αναζωογονήσουν τον άνδρα μετά από την εισπνοή καπνού.



























