Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encallar
01
προσάρα, κολλήσει σε ξηρά
quedarse un barco sobre arena, rocas u otra superficie que impide que flote
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
encallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encalla
ενεστώτα μετοχή
encallando
απλός αόριστος
encalló
παθητική μετοχή
encallado
Παραδείγματα
El carguero encalló y bloqueó el canal.
Το φορτηγό πλοίο αποκλείστηκε και μπλόκαρε το κανάλι.



























