encallar
Pronunciation
/ˌɛnkaʎˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "encallar"στα ισπανικά

encallar
01

προσάρα, κολλήσει σε ξηρά

quedarse un barco sobre arena, rocas u otra superficie que impide que flote
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
encallo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encalla
ενεστώτα μετοχή
encallando
απλός αόριστος
encalló
παθητική μετοχή
encallado
Παραδείγματα
El carguero encalló y bloqueó el canal.
Το φορτηγό πλοίο αποκλείστηκε και μπλόκαρε το κανάλι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store