Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encabezar
01
ηγούμαι, είμαι επικεφαλής
dirigir o estar al frente de un grupo, proyecto o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
encabezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encabeza
ενεστώτα μετοχή
encabezando
απλός αόριστος
encabezó
παθητική μετοχή
encabezado
Παραδείγματα
Ella encabezó la campaña electoral.
Αυτή ηγήθηκε της προεκλογικής εκστρατείας.
02
ηγούμαι
estar en la primera posición de una lista, clasificación o grupo
Παραδείγματα
La universidad encabeza la clasificación nacional.
Το πανεπιστήμιο ηγείται της εθνικής κατάταξης.



























