Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El matrimonio civil
01
πολιτικό γάμο, πολιτική ένωση
unión legal entre dos personas reconocida por la ley, realizada ante una autoridad civil, sin intervención religiosa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
matrimonios civiles
Παραδείγματα
Me invitaron al matrimonio civil de mis amigos.
Προσκλήθηκα στον πολιτικό γάμο των φίλων μου.



























