Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matricular
01
εγγράφω
inscribirse oficialmente en un curso, escuela o universidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
matriculo
γ΄ ενικό πρόσωπο
matricula
ενεστώτα μετοχή
matriculando
απλός αόριστος
me matriculé
παθητική μετοχή
matriculado
Παραδείγματα
Me voy a matricular en el programa de maestría.
Πρόκειται να εγγραφώ στο πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών.
02
εγγράφω, καταχωρίζω
inscribir oficialmente algo o a alguien en un registro, especialmente vehículos o estudiantes
Παραδείγματα
Matricularon el vehículo sin problemas.
Κατέγραψαν το όχημα χωρίς προβλήματα.



























