materno
ma
ma
ma
ter
ˈtɛt
tet
no
no
no

Ορισμός και σημασία του "materno"στα ισπανικά

01

μητρικός, μητρικός

relacionado con la madre o que viene de la madre
materno definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
materno
αρσενικό πληθυντικό
maternos
θηλυκό ενικό
materna
θηλυκό πληθυντικό
maternas
Παραδείγματα
La línea materna de la familia es importante para la genética.
Η μητρική γραμμή της οικογένειας είναι σημαντική για τη γενετική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store