matrimonial

Ορισμός και σημασία του "matrimonial"στα ισπανικά

matrimonial
01

γαμήλιος, συζυγικός

relativo al matrimonio o a la relación entre cónyuges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
matrimonial
αρσενικό πληθυντικό
matrimoniales
θηλυκό ενικό
matrimonial
θηλυκό πληθυντικό
matrimoniales
Παραδείγματα
El conflicto matrimonial terminó en divorcio.
Η γαμική σύγκρουση κατέληξε σε διαζύγιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store