Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matrimonial
01
γαμήλιος, συζυγικός
relativo al matrimonio o a la relación entre cónyuges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
matrimonial
αρσενικό πληθυντικό
matrimoniales
θηλυκό ενικό
matrimonial
θηλυκό πληθυντικό
matrimoniales
θεματικό πεδίο
matrimonio, derecho, sociedad
Παραδείγματα
Tienen problemas matrimoniales desde hace meses.
Έχουν γαμήλια προβλήματα εδώ και μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
matrimonial
matrimony



























