Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conmocionado
01
σοκαρισμένος, συγκλονισμένος
que se siente muy sorprendido, impactado o perturbado por un hecho, noticia o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más conmocionado
συγκριτικός βαθμός
más conmocionado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conmocionado
αρσενικό πληθυντικό
conmocionados
θηλυκό ενικό
conmocionada
θηλυκό πληθυντικό
conmocionadas
Παραδείγματα
Los ciudadanos quedaron conmocionados por el terremoto.
Οι πολίτες σοκαρίστηκαν από τον σεισμό.



























