Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tono
01
τόνος, ύψος τόνου
altura de un sonido que determina si es grave o agudo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tonos
Παραδείγματα
La cantante tiene un tono muy alto.
Η τραγουδίστρια έχει πολύ υψηλό τόνο.
02
τόνος
un color al que se le ha añadido gris para alterar su intensidad o brillo
Παραδείγματα
Mezclar un color con gris crea un tono más sutil y sofisticado.
Η ανάμειξη ενός χρώματος με το γκρι δημιουργεί έναν πιο λεπτό και εκλεπτυσμένο τόνο.
03
τόνος, βαθμίδα
la distancia entre dos notas musicales
Παραδείγματα
Entre do y re hay un tono entero.
Μεταξύ ντο και ρε υπάρχει ένας ολόκληρος τόνος.



























