Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desmaquillar
01
απομακιγιάρω
quitar el maquillaje del rostro usando productos específicos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desmaquillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desmaquilla
ενεστώτα μετοχή
desmaquillando
απλός αόριστος
desmaquilló
παθητική μετοχή
desmaquillado
Παραδείγματα
Ella se desmaquilla con toallitas especiales.
Αυτή απομακιγιάρεται με ειδικά μαντηλάκια.



























