desmaquillar
Pronunciation
/dˌesmakiʎˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "desmaquillar"στα ισπανικά

desmaquillar
01

απομακιγιάρω

quitar el maquillaje del rostro usando productos específicos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desmaquillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desmaquilla
ενεστώτα μετοχή
desmaquillando
απλός αόριστος
desmaquilló
παθητική μετοχή
desmaquillado
Παραδείγματα
Ella se desmaquilla con toallitas especiales.
Αυτή απομακιγιάρεται με ειδικά μαντηλάκια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store