Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El salón de belleza
01
καλλυντείο
establecimiento donde se ofrecen servicios de peluquería, maquillaje, cuidado de la piel y uñas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
salones de belleza
Παραδείγματα
Hoy voy al salón de belleza a cortarme el cabello.
Σήμερα πηγαίνω στο καλλυντικό ινστιτούτο για να κουρευτώ.



























