Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vacunar
01
εμβολιάζω
administrar una vacuna a una persona o animal para prevenir enfermedades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vacuno
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacuna
ενεστώτα μετοχή
vacunando
απλός αόριστος
vacunó
παθητική μετοχή
vacunado
Παραδείγματα
El doctor vacunó a los niños contra la gripe.
Ο γιατρός εμβολίασε τα παιδιά κατά της γρίπης.



























