vacilar
Pronunciation
/bˌaθilˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "vacilar"στα ισπανικά

vacilar
01

διστάζω

dudar o mostrarse indeciso antes de hacer algo
vacilar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vacilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacila
ενεστώτα μετοχή
vacilando
απλός αόριστος
vaciló
παθητική μετοχή
vacilado
Παραδείγματα
Vaciló al responder, inseguro de la verdad.
Δίστασε να απαντήσει, αβέβαιος για την αλήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store