Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vacilar
01
διστάζω
dudar o mostrarse indeciso antes de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vacilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacila
ενεστώτα μετοχή
vacilando
απλός αόριστος
vaciló
παθητική μετοχή
vacilado
Παραδείγματα
Vaciló al responder, inseguro de la verdad.
Δίστασε να απαντήσει, αβέβαιος για την αλήθεια.



























