vacilar
va
ba
ba
ci
θi
thi
lar
ˈlaɾ
lar
vaciar

Ορισμός και σημασία του "vacilar"στα ισπανικά

vacilar
01

διστάζω

dudar o mostrarse indeciso antes de hacer algo 
vacilar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vacilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacila
ενεστώτα μετοχή
vacilando
απλός αόριστος
vaciló
παθητική μετοχή
vacilado
Παραδείγματα
No vaciles y toma tu decisión. 

Μη διστάζεις και πάρε την απόφασή σου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store