Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vacilar
01
διστάζω
dudar o mostrarse indeciso antes de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vacilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacila
ενεστώτα μετοχή
vacilando
απλός αόριστος
vaciló
παθητική μετοχή
vacilado
Παραδείγματα
No vaciles y toma tu decisión.
Μη διστάζεις και πάρε την απόφασή σου.



























