Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vagabundo
01
αλήτης, άστεγος
una persona sin hogar fijo que vaga de un lugar a otro, a menudo sin medios visibles de sustento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vagabundos
Παραδείγματα
El vagabundo dormía en un banco del parque.
Ο αλήτης κοιμόταν σε ένα παγκάκι του πάρκου.



























