el vértigo
Pronunciation
/bˈɛɾtiɣo/

Ορισμός και σημασία του "vértigo"στα ισπανικά

01

ζάλη, ίλιγγος

sensación de mareo o pérdida del equilibrio, como si todo girara a tu alrededor
el vértigo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Sufre de vértigo desde hace varios años.
Υποφέρει από ζάλη εδώ και αρκετά χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store