el vértigo
vér
ˈbeɾ
μπερ
ti
ti
τι
go
ɣo
γο

Ορισμός και σημασία του "vértigo"στα ισπανικά

01

ζάλη, ίλιγγος

sensación de mareo o pérdida del equilibrio, como si todo girara a tu alrededor 
el vértigo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Siento vértigo cuando subo a las alturas. 

Νιώθω ζάλη όταν ανεβαίνω σε ύψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store