Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
driblar
01
ντριμπλάρω, οδηγώ την μπάλα
mover el balón con toques continuos mientras se avanza para superar a los adversarios
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
driblo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dribla
ενεστώτα μετοχή
driblando
απλός αόριστος
dribló
παθητική μετοχή
driblado
Παραδείγματα
No es recomendable driblar sin apoyo de los compañeros.
Δεν συνιστάται να ντρίμπλαρεις χωρίς την υποστήριξη των συμπαικτών.



























