la ducha
du
ˈdu
ντου
cha
ʧa
τσα
luchatruchacapucha

Ορισμός και σημασία του "ducha"στα ισπανικά

01

ντους, ντους

lugar o aparato donde una persona se lava con agua que cae desde arriba 
la ducha definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
duchas
Παραδείγματα
Tomé una ducha esta mañana. 

Πήρα ντους σήμερα το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store