Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La drogadicción
01
ναρκomanία, εξάρτηση από ναρκωτικά
dependencia física o psicológica a sustancias que alteran la mente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los gobiernos implementan leyes para combatir la drogadicción.
Οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν νόμους για την καταπολέμηση της drogadicción.



























